001.jpg788.jpgΈνα θαυμάσιο βιβλίο, με τίτλο «Από που είσαι γιαγιά; Εσύ παππού;» έγραψαν τα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου Νέας Καλλίστης και παρουσιάστηκε την Παρασκευή, από τη βουλευτή Ροδόπης κ. Χρύσα Μανωλιά, η οποία είπε:

Όταν μου ζήτησαν οι αγαπητές συναδέλφισσες του Δημοτικού Σχολείου Νέας Καλλίστης Ζιώγα Ασημούλα και Ουζουνίδου Μαρίνα να κάνω τη βιβλιοπαρουσίαση της έκδοσης που ετοίμαζε το σχολείο τους, δε φανταζόμουν τις δυνατές συγκινήσεις που θα ένιωθα από το διάβασμά της. Ευχαριστώ θερμά, λοιπόν,  για το ταξίδι που μου προσφέρατε, ταξίδι σε άλλες εποχές, σε άλλες μας πατρίδες, σε άλλα κομμάτια του ιστορικού μας παρελθόντος.

 Κι όλα αυτά με άπειρη τρυφερότητα και ευαισθησίες. Τρυφερότητα  για παππούδες και προπαππούδες, για γιαγιάδες και προγιαγιάδες. Ευαισθησίες για γεγονότα που δημιούργησαν πόνο, που πλήγωσαν (όπως οι πόλεμοι, ο ξεριζωμός) ή για καταστάσεις που χρειάστηκαν δύναμη ψυχής και δυνατή πίστη (όπως το καινούργιο ρίζωμα).Κι όλα αυτά δοσμένα με μια αφοπλιστική απλότητα, γεμάτη όμως αφάνταστο πλούτο. «Από πού είσαι γιαγιά; Εσύ παππού;» ρωτάνε με δίψα για ιστορίες οι  20 μαθητές του σχολείου της Νέας Καλλίστης. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου.

Οι 8 από αυτούς (ο Χρήστος και ο Σταμάτης Πεχλιβάνης, ο Νίκος Σιδεράς, ο Λάζαρος Καπουκρανίδης, η Λαμπρινή Παυλακάκη,  η Αθανασία Ηλιάδου, ο Νίκος Κατεχαλίδης και η Ειρήνη Αγιατζίδου) μένουν στην Νέα Καλλίστη, οι 5 (ο Ραφαήλ Παιδαράκης, η Μαριάνθη Μυριδιάδου, ο Χρήστος και η Ειρήνη Κουλιουμπή και ο Γιώργος Κωνστανταράκης) μένουν στην Πόρπη, η Ζαχαρούλα Μιχαηλίδου μένει στη Μέση, ο Βαγγέλης Σαρχοσίδης στη Γλυφάδα, ο Ραφαήλ και ο Κώστας Μπανιώτης στο Γλυκονέρι, η Αθανασία Ράπτη στη Σάλπη, ο Μάριος-Χρυσοβαλάντης Στοϊκίδης στο Σώστη και ο Νίκος Κακουράκης  στην Κομοτηνή.

Από αυτούς τους 20, των 10 μαθητών οι παππούδες και οι γιαγιάδες έμεναν στην Ν. Καλλίστη, των 3 στην Πόρπη, των 2 στο Γλυκονέρι, ενός μαθητή στη Γλυφάδα, ενός στο Σώστη, μιας μαθήτριας στη Μέση, μιας άλλης στη Σάλπη και ενός μαθητή  στην Αλεξανδρούπολη.

 Από αυτούς τους παππούδες και γιαγιάδες 2 ήρθαν από την Ανατολική Θράκη (δεν αναφέρουν από πού ακριβώς), 2 από το Χάσκιοϊ, 3 από τις Σαράντα Εκκλησιές, 1 από το Γενίκιοϊ, 2 από το Καρλίκιοϊ, 1 από την Κεσσάνη και 1 από Μαστανάρ (δηλ. 12 συνολικά οικογένειες από τη Ανατολική Θράκη), 2 από τον Πόντο (1 από Τραπεζούντα και 1 από το Σοχούμι), 1 από το Ταχταλί της Μικράς Ασίας, 1 από την Ήπειρο (μέσω Βουλγαρίας) και 1 από τη Ρούσα Εκκλησία της Κρήτης. Ανοίγοντας το βιβλίο ξεπροβάλλουν και μας υποδέχονται τα χαριτωμένα, χαμογελαστά προσωπάκια των μαθητών. Αισθανόμαστε ότι είναι μπροστά μας και μας μιλούν. Μας παίρνουν από το χέρι και μας βάζουν στα σπίτια τους, μας γνωρίζουν τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, ακούμε από το στόμα τους για τους δικούς τους πατεράδες και παππούδες, μαθαίνουμε κομμάτια της ιστορίας μας, γοητευόμαστε, συγκινούμαστε. Εξαιρετική είναι η δομή του βιβλίου : παρόλο που περιέχει και μας δίνει πάρα πολλά στοιχεία, δε χανόμαστε, δε μπερδευόμαστε. Μας ξεκουράζει ίσα-ίσα, μας παίρνει στα φτερά του και ταξιδεύουμε σε πατρίδες, σε αγαπημένα μέρη, που το χρώμα τους το κουβαλάμε στα γονίδιά μας.

Κυριαρχούν οι σκηνές ξεριζωμού, ξεδιπλώνονται μπροστά μας με απλότητα (και ίσως γι αυτό με ξεχωριστή δύναμη) εικόνες πόνου και απελπισίας.

«Οι πρόγονοί μου έφυγαν από την πατρίδα τους, το Χάσκιοϊ με ένα κάρο, μία αγελάδα, ένα βόδι και λίγα μικροπράγματα, αφήνοντας πίσω τους μεγάλες περιουσίες» μας λένε ο Χρήστος και Σταμάτης Πεχλιβάνης, και η Ζαχαρούλα Μιχαηλίδου συμπληρώνει : «τον Οκτώβρη του 1922 έφτασε η είδηση ότι αδειάζουν τα χωριά της Ανατολικής Θράκης. Όλοι οι κάτοικοι μαζεύτηκαν στην πλατεία του χωριού με τα μεγάλα τους ζώα, βόδια, αγελάδες, βουβάλια και πρόβατα, και με αμάξια ξεκίνησαν το δρόμο της φυγής, με οδηγό τον καινούργιο παπά. Γύριζαν κι έβλεπαν   τα σπίτια τους για τελευταία φορά και έλεγαν: «Θα ‘ρθούμε ξανά, δε θα ξαναρθούμε;»

 Τραγική η περιγραφή της Ειρήνης Αγιατζίδου : «Οι Πόντιοι ζούσανε κάτω από Οθωμανικό ζυγό, αλλά είχαν πολλά προνόμια. Από το 1897 όμως, όταν οι Έλληνες ηττήθηκαν στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, τα πράγματα άλλαξαν.   

Οι Τούρκοι απαγόρεψαν τα ελληνικά προϊόντα, τις αγορές σπιτιών ή χωραφιών και οι δολοφονίες των Ποντίων ήταν καθημερινό γεγονός. Οι Τούρκοι, με σύμφωνη γνώμη των συμμάχων τους Γερμανών, σκοτώνουν και διώχνουν τους Πόντιους, καίνε ολόκληρα χωριά, μετατρέπουν τις εκκλησίες σε στάβλους, αρπάζουν τα μικρά ποντιόπουλα και τα εκτουρκίζουν, με σκοπό να αφανίσουν κάθε τι ελληνικό στην περιοχή».

             Ακόμα πιο τραγική είναι η περιγραφή του Μάριου Στοϊκίδη : «Όταν άρχισε να οπισθοχωρεί ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία, ο διοικητής του τάγματος ανακοίνωσε στους χωριανούς ότι αποχωρούν και προειδοποίησε τους Έλληνες ότι αν δεν τους ακολουθούσαν θα αντιμετώπιζαν την αγριότητα των Τούρκων στρατιωτών. Τα κορίτσια μάζεψαν όπως όπως την προίκα τους μέσα σε μποχτσάδες, ετοίμασαν από μία κατσαρόλα φαγητό για το δρόμο, πήραν ότι θεωρούσαν πιο απαραίτητο και ξεκίνησαν όλοι μαζί. Ώρες περπατούσαν ώσπου έφτασαν στο λιμάνι. Γέμιζαν τα καράβια από κόσμο. Σε ένα τέτοιο προσπάθησε να ανεβεί η αδερφή του παππού Πανταζή, η Γαρυφαλλιά, με το μωρό της στην αγκαλιά, αλλά έσπασε η ξύλινη γέφυρα που είχαν τοποθετήσει και βρέθηκε στη θάλασσα, αφού όμως είχε δώσει το μωρό στους συγγενείς της. Έφευγε το καράβι και αυτοί έβλεπαν τη βράκα της να φουσκώνει στη θάλασσα». 

            Ανείπωτη είναι η αγάπη με την οποία μιλούν οι παππούδες και οι γιαγιάδες για τις χαμένες πατρίδες και με την οποία περιγράφουν τα μέρη που ζούσαν. Η Ζαχαρούλα Μιχαηλίδου λέει : «Το Καρλίκιο, λέει ο παππούς μου, είχε 130 σπίτια. Κάθε οικογένεια είχε στη κατοχή της οικόπεδο 15 περίπου στρεμμάτων. Το σπίτι, το κελάρι, ο φούρνος, ο αχυρώνας, ο στάβλος και το κοτέτσι ήταν συνεχόμενα και επικοινωνούσαν εσωτερικά. Σε πολλά οικόπεδα και μέσα στο σπίτι υπήρχε πηγάδι. Ο οικισμός ήταν 300 χρόνων και οι κάτοικοι ήρθαν από τη Σαμοθράκη».

             Ο Ραφαήλ πάλι και ο Κώστας Μπανιώτης λένε : «Οι Σαρακατσάνοι ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι. Ήταν οργανωμένοι σε τσελιγκάτα, δηλαδή μικρές κοινωνίες των 20 – 50 οικογενειών με συγγενικό δεσμό. Αρχηγός του τσελιγκάτου ήταν ο τσέλιγκας που είχε αρμοδιότητες δικαστή και νομοθέτη και η γνώμη του γινόταν δεκτή από όλους χωρίς αντίρρηση. Ήταν μία κοινωνία κλειστή στον έξω κόσμο και οικονομικά αυτάρκης, αφού τα πρόβατα τούς εξασφάλιζαν τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους».             Οι δυσκολίες για το καινούριο ρίζωμα ήταν πάρα πολύ μεγάλες, υποστηρίζουν όλοι.

            «Η εγκατάστασή τους στο νέο χωριό, στη Ν. Καλλίστη, δεν ήταν και τόσο εύκολη. Στην αρχή κάνανε καλύβες, ώσπου να φτιάξουν ένα μικρό σπιτάκι με πληθιά. Πάντα τους έλειπε η πατρίδα τους» μας λέει η Λαμπρινή Παυλακάκη. «Τράβηξαν τα πάνδεινα, ψυχικά και σωματικά. Με ενδιάμεσους σταθμούς το Διδυμότειχο, την Αλεξ/πολη και την Κομοτηνή, εγκαταστάθηκαν τελικά στην περιοχή της Πόρπης, που έμοιαζε με την πατρίδα» λέει για τους δικούς του ο Γιώργος Κωνστανταράκης, και ο Μάριος Στοϊκίδης συμπληρώνει : «Οι ντόπιοι δεν τους ήθελαν στην αρχή, κι ούτε λόγος να γίνονται γάμοι με πρόσφυγες! Τελικά όμως κατάφεραν να συμβιώσουν ειρηνικά και να επηρεαστούν σε πολλά ο ένας απ’ τον άλλο».

             «Τα κατάφεραν χάρη στο πείσμα και την εργατικότητά τους» υποστηρίζει η Μαριάνθη Μυριδιάδου. Το ίδιο λέει με το δικό του τρόπο και ο Νίκος Κατεχαλίδης: «Δεν έχασαν το θάρρος τους και κατάφεραν να οργανώσουν τη ζωή τους», τονίζει.            Και η Ειρήνη Αγιατζίδου από τη δική της πλευρά  υποστηρίζει για τους δικούς της : «Οι Πόντιοι με την εργατικότητά τους και τη δίψα τους για ζωή κατάφεραν να σταθούν και πάλι στα πόδια τους και να ενσωματωθούν με τους άλλους Έλληνες, κρατώντας σαν πολύτιμο θησαυρό τα ήθη, τα έθιμα και τα τραγούδια που φέραν από την ανατολή». 

            Εδώ πρέπει να επισημάνουμε κάτι : οι αναφορές στις χαμένες πατρίδες, στον ξεριζωμό, στις ταλαιπωρίες, στο καινούριο ρίζωμα κρατούν ένα μικρό κομμάτι του βιβλίου. Το βιβλίο κυριαρχείται από πολιτισμικά στοιχεία, ξεχειλίζει από αναφορές σε συνήθειες, έθιμα, χορούς, τραγούδια, παραμύθια, μουσικά όργανα κ.λ.π., που τα κουβάλησαν οι προπαππούδες και οι προγιαγιάδες των μαθητών μας μαζί με την ψυχή τους και τις αναμνήσεις τους, και τα μετάγγισαν με σεβασμό, σαν μεταλαβιά, στα παιδιά τους, στα εγγόνια τους, στα δισέγγονά τους, στους απογόνους τους. Κι ίσως αυτά αποτελούν την πιο σημαντική παρακαταθήκη τους, για να νιώθουμε δυνατές τις ρίζες μας και να παίρνουμε τη δύναμη που χρειαζόμαστε για να παλέψουμε με ευθύνη και δημιουργικότητα για ένα καλύτερο σήμερα, πόσο μάλλον για ένα καλύτερο αύριο για μας και τα παιδιά μας, όπως οφείλουμε.

             Ένα πλήθος τέτοιων στοιχείων λοιπόν συναντάμε σε δεκάδες σελίδες του βιβλίου για όλες τις πολιτισμικές ομάδες αναφοράς. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, νιώθουμε να χορεύουμε μαζί τους τους χορούς τους, να τραγουδάμε τα τραγούδια τους, να γελάμε με τα ανέκδοτά τους που ξεπηδάν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, να διασκεδάζουμε με τα παραμύθια και τις παροιμίες τους, να μπερδεύουμε τη γλώσσα μας με τους γλωσσοδέτες τους (καθαρογλωσσίδια, όπως τα λένε), να θαυμάζουμε τις διάφορες φορεσιές τους, να δοκιμάζουμε τα τόσα γλυκά και φαγητά τους, να παίρνουμε μέρος σε έθιμα, σε γιορτές, σε γλέντια, σε παιχνίδια τους. Και φυσικά δε λείπει και το χαρακτηριστικό λεξιλόγιο της κάθε διαλέκτου. 

            Θα πίστευε κανείς ότι με όλα αυτά τελειώνουν όσα είχαν να μας πουν οι 20 πρωταγωνιστές μας και οι δασκάλες τους. Κι όμως δε φαίνεται να αρκούνται ούτε σ’ όλα αυτά τα τόσα πολλά και σημαντικά. Δε φαίνεται να ικανοποιεί τους συγγραφείς του βιβλίου μόνο η παράθεση στοιχείων, που τα έχουν συλλέξει και τα έχουν επεξεργαστεί τόσο προσεκτικά και με τόσο σεβασμό (όπως δείχνει και το ερωτηματολόγιο, που παρατίθεται κι αυτό στις σελίδες του βιβλίου). Αισθάνονται την ανάγκη να κάνουν ένα βήμα πιο πέρα : να δημιουργήσουν!

             Και πράγματι δημιουργούν κάτι εξαιρετικό : ένα απίθανο θεατρικό έργο. «Η Ελλάδα ειν’ ιδώ! Στ’ Θράκ’» είναι ο τίτλος του. Ένα θεατρικό έργο γεννημένο με ευαισθησία και σπιρτάδα και ενδεικτικό όλης αυτής της πολυπολιτισμικότητας. Ένα θεατρικό έργο το οποίο καυτηριάζει με χιούμορ καταστάσεις που μας απασχολούν καθημερινά, (όπως το ευρώ, ο Πλανητάρχης, οι πόλεμοι, τα οικονομικά προβλήματα, η νόσος των πουλερικών κλπ), χρησιμοποιώντας με πολλή τέχνη όλες τις διαλέκτους, και στέλνοντας μηνύματα ειρήνης, ανθρωπιάς, αλληλεγγύης. 

            Άφησα να αναφέρω τελευταίο κάτι που το θεωρώ ίσως το πιο σημαντικό : πώς γεννήθηκε αυτή η εξαιρετική δουλειά, αυτό το γοητευτικό βιβλίο. Δύο δασκάλες με μπόλικο μεράκι, με πολλή αγάπη για τους μαθητές τους και με πολύ σεβασμό και πίστη στην ιστορία μας και στον πολιτισμό μας. Δασκάλες, που ξέρουν ότι το εκπαιδευτικό έργο δεν εξαντλείται στη μετάδοση γνώσεων. Είναι γοητευτικό να βλέπεις παιδιά να ψάχνουν, να συνεργάζονται, να πληροφορούνται((ερχόμενες σε επαφή γενιές διαφορετικές), και μέσα από πληροφόρηση να γνωρίζουν τη γνήσια ιστορία, να ανοίγεται μπροστά τους ένας άλλος κόσμος, του παρελθόντος, που χωρίς αυτόν δεν έχουμε στέρεες βάσεις. Γιαυτό δε θέλουμε να χαθεί. Δεν πρέπει να χαθεί. Είναι η ιστορία μας, ο πολιτισμός μας, οι μνήμες μας από πρόσωπα σκαμμένα από το χρόνο, πρόσωπα που αγαπάμε, πρόσωπα που αποτελούν ζωντανή ιστορία.

            Μόνο αν υπάρχει αυτή η αγάπη και αυτή η σχέση μεταξύ δασκάλων και μαθητών, βγαίνει ένα τέτοιο πανέμορφο και αξιοζήλευτο αποτέλεσμα, όπως αυτό που δημιούργησε το Δημοτικό Σχολείο της Νέας Καλλίστης, που φουσκώνει από χαρά και ικανοποίηση την ψυχή πρώτα των ίδιων των μαθητών και των δασκάλων για το δημιούργημά τους, και μετά όλων μας. Σας ευχαριστούμε γιαυτό.

             ΜΠΡΑΒΟ λοιπόν παιδιά. ΜΠΡΑΒΟ συνάδελφοι.            Όταν λειτουργεί έτσι ένα σχολείο, είμαστε πιο σίγουροι για ένα καλύτερο αύριο των παιδιών μας.

Advertisements