kapetanidis.jpgΠοιός ήταν ο Νίκος Καπετανίδης, στη μνήμη του οποίου αφιερώθηκε το 3ο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ποντιακών Χορών…

Γεννήθηκε στη Ριζούντα της Τραπεζούντας το 1889 και τον κρέμασαν στην Αμάσεια το 1921 με απόφαση των Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας, που στήθηκαν με αποκλειστικό σκοπό την καταδίκη σε θάνατο όλων όσων αγωνίζονταν για την Ανεξαρτησία του Πόντου.Το 1905 ολοκλήρωσε τις Γυμνασιακές του σπουδές στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας και στη συνέχεια προσελήφθη στην Τράπεζα Φωστηροπούλου στην Τραπεζούντα. Ταυτόχρονα ασχολείται με τη δημοσιογραφία και λογοτεχνία και δημοσιεύει χρονογραφήματά του σε Εφημερίδες και Περιοδικά της Τραπεζούντας με το ψευδώνυμο Σίσυφος.Την ίδια εποχή ο Φίλων Κτενίδης εκδίδει το Περιοδικό «Επιθεώρησις» στην Τραπεζούντα, όπου εργάζεται και ο Καπετανίδης.Το περιοδικό κυκλοφόρησε σε 24 τεύχη, από τα οποία τα 6 τελευταία τα εξέδωσε ο Καπετανίδης, γιατί ο Φίλων Κτενίδης αναχώρησε για σπουδές στην Αθήνα.Ανάμεσα στο Φίλωνα Κτενίδη και στον Νίκο Καπετανίδη αναπτύχθηκε στενή φιλία, για την οποία ο Κτενίδης γράφει στο τεύχος Μαΐου του 1950 της Ποντιακής Εστίας τα εξής. «… Όταν έφυγα για σπουδές στην Αθήνα, άφησα τη Διεύθυνση του περιοδικού «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ», που εξέδιδα από το 1910 – σε ποιόν άλλο στο Νίκο Καπετανίδη. Τα 6 τελευταία τεύχη τα έβγαλε εκείνος, ήσαν τα καλλίτερα από τα 24 της όλης σειράς. Ήταν πολυγραφότατος και μελετηρός όσον ολίγοι. Ενθουσιώδης όσον κανείς…»Την ίδια περίοδο ο Νίκος Καπετανίδης δημοσιεύει χρονογραφήματά του και στην Εφημερίδα της Τραπεζούντας «Ο Φάρος της Ανατολής». Το 1917 -18 εξέδωσε την εβδομαδιαία Εφημερίδα της Τραπεζούντας «Σάλπιγξ». Μετά την αποχώρηση των Ρώσων το 1918 από την Τραπεζούντα και την ανακατάληψή της από τους Τούρκους εξέδωσε την Εφημερίδα «Εποχή», από τις στήλες της οποίας φανερά έκανε επίθεση εναντίον της Τουρκίας και προέβαλε την Ανεξαρτησία του Πόντου.Για τις δραστηριότητές αυτές συνελήφθη από τις Τουρκικές Αρχές και με συνοπτικές διαδικασίες καταδικάστηκε στον δι’ αγχόνης θάνατο από τα δικαστήρια Ανεξαρτησίας στην Αμάσεια και τον κρέμασαν στις 21 Σεπτεμβρίου του 1921 σε ηλικία 32 χρόνων μαζί με άλλους 68 προύχοντες Έλληνες (δικηγόρους, γιατρούς, καθηγητές, δασκάλους φαρμακοποιούς. εμπόρους κλπ). Η προσφορά τουΗ προσφορά του Νίκου Καπετανίδη στην Ποντιακή Ιδέα ήταν τεράστια. Η γραφίδα του εμψύχωνε τον Ελληνισμό του Πόντου. Η διακήρυξη του πιστεύω του τον οδήγησε στην κρεμάλα. Ο Νίκος Καπετανίδης ήταν σοσιαλιστής χωρίς όμως να ανήκει σε συγκεκριμένη πολιτική οργάνωση. Αγωνίστηκε σκληρά στην σύντομη ζωή του με πολύ θάρρος για τα Εθνικά ιδανικά και κύρια για τα δίκαια του Ποντιακού Ελληνισμού, τα οποία έβλεπε καθημερινά να ποδοπατούνται βάναυσα από τους Τούρκους, αλλά και από τους συμμάχους της Ελλάδας. Στα κύρια άρθρα της Εφημερίδας του, τα οποία υπέγραφε με το όνομα του, χτυπούσε τις δολοφονίες και λεηλασίες που έκαναν οι Τούρκοι. Μερικοί από τους τίτλους των άρθρων του. « Η ύπαιθρος κατασφάζεταl», «Ρίζε, καημένε Ρίζε» κλπ. Στις 28 Μαρτίου του 1920 (Μεγάλο Σάββατο) έγραφε στην «Εποχή» με τίτλο «Προς υψηλότερα και ωραιότερα» «…Είναι απόψε ο μεγάλος εξιλασμός.’ Όλοι μας έχομε περάσει τον δρόμον της αμαρτίας. Είμεθα οι πεζοπόροι μίας νύχτας αφώτιστης, ταρταρικής. Ενθυμηθείτε τι είδαν τα μάτια μας, χρόνους τώρα, τι εχάσαμεν. τι προσφέραμεν, ποίαν δύναμιν ζωής απωλέσαμεν. και ακόμη. Ποίος βλέπει το τέρμα του δρόμου; Θα δώσω μεν ίσως νέας θυσίας ακόμη, ακόμη υπάρχει η σκάλα του κακού. Ποίος γνωρίζει τι κλώθεται εις τον καθένα αύριον ή μεθαύριον, ποιος γνωρίζει ποία αμαρτία και ποίον έγκλημα ακόμα θα χαράξει κόκκινην γραμμήν εις την ζωήν μας…». Ήταν πραγματικά προφητικά τα γραφτά του, γιατί ήταν η τελευταία Λαμπρή της ζωής του, αφού τον επόμενο χρόνο (1921) συνελήφθη και απαγχονίστηκε.Ο Καπετανίδης ένιωθε τον κλοιό να στενεύει γύρω του, αλλά δεν έκανε πίσω ούτε μια στιγμή. Έγραφε στον Κτενίδη το 1921 «…Νιώθω πως εσύ στο μέτωπο διατρέχεις λιγότερους κινδύνους από εμένα. Να ξέρεις πως δεν στέκεται γερά το κεφάλι στους ώμους μου. Μα αυτό δεν σημαίνει τίποτα … κοιτάχτε να κάνετε καλά την δουλειά σας και δεν πειράζει αν λείψουν και μερικά κεφάλια.., σαν το δικό μου. Χαλάλι για την ελευθερία της πατρίδας..,»Χαρακτηριστικό του κινδύνου που διέτρεχε ο Καπετανίδης είναι και το περιστατικό που περιγράφει στην «Ποντιακή Εστία» (Σεπτέμβρης του 1975) ο αδελφός του Κώστας Καπετανίδης με το ψευδώνυμο Κώστας Μορφίδης και με τίτλο « Ο δήμιος του Πότου Τοπάλ Οσμάν». «…Με πικρό χαμόγελο δέχτηκε ο Νίκος Καπετανίδης την Παρασκευή 20 Μαρτίου 1920, την ανακοίνωση ότι θα τον επεσκέπτετο στα Γραφεία της «Εποχής» ο Οσμάν Αγάς, που με το ασκέρι του βρισκόταν στην Τραπεζούντα, για να επεκτείνει, ίσως, όπως το επιθυμούσε, και εκεί την απαίσια δράση του. Ως λόγος της επισκέψεως αναφαίρετο στην ειδοποίηση προς τον Νίκο η επιθυμία του Οσμάν Αγά «να τον δει και να τον γνωρίσει προσωπικά». Ο απαίσιος αυτός σφαγέας των Ελλήνων της Κερασούντος, που ήταν βαρκάρης το επάγγελμα και διορισμένος από τον Κεμάλ δήμαρχος Κερασούντος που κατά τον πλέον φρικτό τρόπο, άγριο και απάνθρωπο, είχε κατακρεουργήσει κυριολεκτικά το άνθος της ελληνικής εκείνης πόλεως, την αφρόκρεμα σε μόρφωση, σε πλούτο και σε κοινωνική υπόσταση (δικηγόρους, γιατρούς, φαρμακοποιούς, καθηγητές, κτηματίες, μουσικούς, δασκάλους κλπ) έκαμνε τώρα την εμφάνιση του στην Τραπεζούντα. Το ασκέρι του, βρομεροί φονιάδες, αποβράσματα της κοινωνίας, αγράμματοι και απαίδευτοι, οπλισμένοι με μάνλιχερ, με περίστροφα και κάθε είδους μαχαίρια είχε σπείρει τον τρόμο, την καταστροφή και τον όλεθρο πέρα από την Κερασούντα και περίχωρα της, και στην Ορντού, στην Τρίπολη, Σαμψούντα, Οινόη, Φάτσα, ‘Ερπα, όπου χωρίς καμία αντίσταση, έσφαζε γυναίκες, παιδιά και γέρους, ατίμαζε κορίτσια και έκαιε σπίτια.Ο Νίκος (Καπετανίδης) με μόλις συγκρατούμενη ψυχραιμία, δήλωσε πρόθυμα πως θα τον δεχτεί και τον περιμένει, και γύρισε στους γύρω του και είπε. «Το κεφάλι μου δε στέκεται καλά στους ώμους μου». Εκείνοι τρομοκρατημένοι, του συνέστησαν να φύγει, να πάει στη Σάντα. Ο Νίκος αρνήθηκε.Κατά τις 3 το απόγευμα της ίδιας ημέρας ήρθε ο Οσμάν Αγάς, περιστοιχισμένος από τα αιμοβόρα «παλικάρια» του, οπλισμένα με κάθε είδους όπλα. Ο Οσμάν αγάς, ο «άνθρωπος» έκατσε σε ένα κάθισμα απέναντι από το Γραφείο του Νίκου, πολύ κοντά του και οι υποτακτικοί του πήραν επίκαιρες θέσεις. Δύο στο δωμάτιο, όπου το Γραφείο του Νίκου, ανά ένας στα παράθυρα του Γραφείου, άλλοι στον προθάλαμο, όπου ήταν η διεκπεραίωση της Εφημερίδας, άλλοι στην εσωτερική σκάλα του κτηρίου, γιατί τα γραφεία της «Εποχής» ήταν στον πρώτο όροφο, και 4-5 στάθηκαν στην κεντρική είσοδο κάτω στο πεζοδρόμιο.Έτσι κατέλαβαν το άπαρτο κάστρο. Ο αδελφός του Κώστας, που κρατούσε τη διαχείριση της «Εποχής», παρέμενε στην θέση του, που ήτανε στην παράπλευρη γωνία του Γραφείου του Νίκου. Ο Οσμάν Αγάς καταδέχτηκε να χαιρετήσει τον Νίκο. Κάθισε χωρίς να περιμένει να του υποδείξουνε θέση, και αφού έβαλε το ένα πόδι επάνω στο άλλο και το αριστερό χέρι απλωτά πάνω στο Γραφείο του Νίκου, άρχισε να του ομιλεί σε έντονο ύφος. «Γιατί γράφεις στην εφημερίδα σου εναντίον μου; Εγώ αγαπώ τους Έλληνες πατριώτες (Καρντασλάρ-αδέλφια) και φροντίζω για την ησυχία τους. Τιμωρώ μόνον όσους δεν είναι πιστοί στην Οθωμανική πατρίδα.. Η κατάσταση στην Κερασούντα είναι ομαλή. Ποτέ, άλλωστε, δεν ήταν κακή. Λυπούμαι, γιατί μερικοί «γκιαούρ» σπεύδουν πάντα χωρίς καμμία αφορμή να καταγγέλλουν ψέματα στους συμμάχους. «και τα λεγόμενα και τα γραφόμενα, τον ρωτάει ο Νίκος, είναι ψέματα»; « Τα διαλαλούνε και τα γράφουνε. Εγώ γνωρίζω τι γράφουν για μένα τα ελληνικά φύλλα και τα αγγλικά. Ενεργώ πάντοτε υπέρ των εθνικών μας οργανισμών. Είναι καθήκον μου να εργάζομαι υπέρ της πατρίδος μου, για το ‘ντοβλέτι’». Στο μεταξύ ένα από τα παλικάρια του τον πλησίασε και του είπε κάτι στο αυτί. Ο Οσμάν αγάς κίνησε το κεφάλι του και συνέχισε τις περιαυτολογίες, με ύφος πολύ πιο μαλακό, και στο τέλος είπε στο Νίκο. «Να δημοσιεύσεις πως οι Τούρκοι και οι «Ουρούμ» (οι Ρωμιοί) της Κερασούντος ζουν πολύ καλά και υπογράφουν πως είμαστε «καρντάς». Να προσέχείς να μη γράφεις ανακριβή γεγονότα στην Εφημερίδα σου». και αμέσως έπειτα σηκώθηκε και έφυγε, αφού του είπε « Θα ξανασυναντηθούμε».Έτσι έληξε η δημοσιογραφική συνέντευξη με τον Τοπάλ Οσμάν Αγά. Όταν ο δήμιος κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε από το κτήριο, ο πάντα πολυσύχναστος εκείνος δρόμος (οδός Ουζούν σοκάκα) ήταν παντέρημος (δίπλα ήτανε τα γραφεία της τράπεζας των αδελφών Τσαϊρίδη). Ψυχή δεν εφαίνετο πουθενά. Μόνον αφού φύγανε και οι τελευταίοι άνθρωποι του Τοπάλ Οσμάν, άρχισε να συρρέει ο κόσμος πάνω στα Γραφεία της «Εποχής». Γέμισαν από φίλους, συγγενείς και γείτονες. Τρομοκρατημένοι όλοι ζητούσαν να μάθουν από το Νίκο τι έγινε. Και ο Νίκος γεμάτος συγκίνηση, μα γελαστός σα να μιλούσε για το πιο απλό πράγμα, απαντούσε. «Κι αυτή τη φορά γλίτωσα το κεφάλι μου». Την επόμενη ο Οσμάν αγάς εγκατέλειψε την Τραπεζούντα. Λίγο αργότερα ο Νίκος Καπετανίδης συνελήφθη από τους Τούρκους, γιατί βρέθηκε στο σπίτι του, όταν ερευνήθηκε, μια επιστολή του Κων/νου Κωνσταντινίδη, του μεγάλου εκείνου πατριώτη από τη Μασσαλία, που αγωνιζόταν να ενώσει τους Ελληνοπόντιους στον αγώνα για έναν ανεξάρτητο Πόντο.Κατηγορήθηκε, μαζί με άλλους 68 Ελληνοποντίους πατριώτες, ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου. Οι 69 οδηγήθηκαν στο δικαστήριο ανεξαρτησίας της Αμάσειας, όπου ο Καπετανίδης για άλλη μια φορά έδειξε τη γενναιότητα της ψυχής του.Όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου του απηύθυνε την κατηγορία ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, ο Καπετανίδης σηκώθηκε και συμπλήρωσε «Όχι μόνον για την ανεξαρτησία, αλλά και για την ένωση του με την Ελλάδα.» Την επόμενη οδηγήθηκε στην αγχόνη και η τελευταία του φράση ήταν: «Ζήτω η Ελλάς».

Advertisements