pappouyiaiyia2.jpgΟ κ. Άρης Τσιλφίδης, υπεύθυνος του Παγκόσμιου Ποντιακού Φόρουμ www.pontosworld.com μας έστειλε για δημοσίευση την αυτοβιογραφία του παππού του Αριστείδη Τσιλφίδη, που διακρίνεται στη φωτογραφία με τη σύζυγό του, τη δεκαετία του ‘70 στην Αυστραλία.Τον ευχαριστούμε πολύ και με χαρά θα τη δημοσιεύσουμε στον Εύξεινο Πόντο Νοεμβρίου… (Διατηρούμε την ορθογραφία και το συντακτικό, καθώς φανερώνει την αγωνία του συντάκτη να καταγράψει την ιστορία του, με τα γράμματα που έμαθε στην Αυστραλία…)

ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΕΠΙΖΟΝΤΩΝΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΤΣΙΛΦΙΔΗΣ(1915-2006) Γεννήθηκα στον Πόντο της Μικράς Ασίας το 1915.  Το χωριό που γεννήθηκα λεγόταν Κολτσούκ, άλλα το λέγαμε και Γιουλτσούκ.  Το Κολτσούκ ήταν στην επαρχία Τοκάτ και στο νομό Σεβάστειας.  Τα παιδικά μου χρόνια ήταν χαρούμενα. Στο χωριό μας ήταν 100 οικογένειες. Όλλοι ήμασταν Έλληνες. Τα γειτονικά χωριά ήταν τα περισσότερα Τουρκικά άλλα θυμάμαι ήταν και πολλοί Αρμένιοι, Τσερκέζοι και Λαζοί που έμαιναν κοντά μας, και που είχαμε φιλικές σχέσεις μαζί τους.  Στην άκρη του χωριού μας, ήταν ένα μικρό ποτάμι, ο Χήμαρος. Το χωριό μας είχε και σχολείο. Πήγα σχολείο μόνο ένα χρόνο. Ο δάσκαλός μας ήταν Πόντιος.  Το Κολτσούκ είχε εκκλησία που λεγόταν Άγιος Γεώργιος. Ακόμα σήμερα  θυμάμαι πως χτυπούσε το καμπαναριό κάθε Κυριακή και όλλοι μαζεύωνταν γύρω στην εκκλησία. Όποιος ήθελε πίγενε στην εκκλησία. Θυμάμαι και το Πάσχα πως βάφαμαι τα αυγά κόκκινα και τσουγγρίζαμε με άλλους. Στο χωριό μας ήμασταν όλλοι καθαρά Χριστιανοί.  Χορούς μόνο με κεμεντζέ χωρεύαμε. Ο λυράρης ήταν πάντα στη μέση και γύρω του χόρευαν όλλοι.  Το Κολτσούκ ήταν 4 ώρες με το πόδι άπο την Έρπαα (κωμόπολης) και 10 ώρες άπ’το Τοκάτ. Στην Έρπαα κάμναμε τα ψώνια μας.  Ο γάμος στο χωριό μας γινόταν κρυφτά ή με προξενειό. Το χωριό μας είχε φρούτα σαν αχλάδια και απίδια, και λαχανικά σαν πατάτες και καλαμπόκια. Είχαμε και 2 νερόμυλοι. Οι νερόμυλοι ήταν μέσα στο ποτάμι. Γυρνούσε γύρω και έκαμνε αλεύρι άπο το σιτάρι. Με το αλεύρι κάμναμε ψωμί και πίτες.  Δεν υπήρχαν γιατροί στο χωριό μας. Τους άρρωστους τους γιατρεύαμε με πρακτικά. Χρησιμοποιούσαμε φυτά για να τους κάνουμε φάρμακα που τα τρίβαμε ή τα έπιναν για να γίνουν καλά.. Το χωριό μας ήταν γεωργικό. Ο πρόεδρος του χωριού ήταν ο Μουχτάρ. Ήταν και ο αγροφύλακας του χωριού. Το χωριό τον πλήρωνε να κάνει τη δουλειά του. Είχαμε και 2 αγελάδες που έκαμναν γάλα που πίναμε. Απ’το γάλα κάμναμε και ένα πολλή γλυκό τυρί που το λέγαμε φούταρι, ή ‘πασκετάν’.  Ο πατέρας μου λεγώταν Ιωάννης Τσιλφίδης. Ήταν ξυλουργός/χτίστης. Μπορούσε να φτιάξει ότι να’ναι άπο ξύλο άλλα η δουλεία του ήταν να φτιάχνει σπίτια. Ο πυκνός δάσος γύρω μας ήταν γεμάτο οξιές και πεύκα. Υπήρχε και ένα είδος τσάϊ που το λέγαμε ‘Ευρωπαϊκό Τσάϊ.’  Η μάνα μου ήταν η Μαρία Κουκλίδου. Έγνεθε μαλλί για κάλτσες και φαννέλες. Έσπερνε σιτάρι (καλαμπόκιου) και άπο το σιτάρι έκαμνε ‘λιγούρ’. Το λιγούρ ήταν σαν ρίζι που το κάμναμε σούπες.  Ο παππούς μου (του πατέρα μου ο πατέρας) ήταν ο Ευστάθιος Τσιλφίδης. Η γιαγιά μου ήταν η Δέσποινα. Και αυτοί έμαιναν μαζί μας στο Κολτσούκ. Είχα μία αδελφή. Ήταν 2 χρόνια μεγαλύτερη άπο‘μένα. Η μάνα μου γέννησε 12 μωρά άλλα μόνο εγώ ζώ σήμερα.  Η γυναίκα που παντρεύτηκα είναι η Αιωνία Βασιλειάδου. Αυτή γεννήθηκε σε ένα χωριό του Πόντου που λεγώταν Κωλέονου. Ήταν ένα χωριό κοντά μας που λεγόταν Τσαμπολάτ. Ήταν μία ώρα με το πόδι άπο το Κολτσούκ. Οι περισσότεροι φίλοι του πατέρα μου ζούσαν στο Τσαμπολάτ. Ήταν Τσερκέζοι. Εκεί ζούσε και ο αδελφός του πατέρα μου, ο Νίκος Τσιλφίδης. Ένας λοχαγός εκεί είχε 200 πρόβατα και ο Θείος μου ο Νίκος τα βοσκούσε.  Το καλοκαίρι ο θείος μου ο Νίκος έφερνε τα πρώβατα σε ένα βουνό κοντά μας που λεγόταν Γιαγλετσούκ.  Ήταν όμως και ένα κριάρι μαζί του και θυμάμαι κάθε φωρά που έφερνε τα πρώβατα στο χωριό μας, το κριάρι μας κυνηγούσε. Όλλα τα παιδιά έκλεγαν άλλα  ο Θείος μου πάντα πρόσεχε να μην με αγγίζει το κριάρι. Με έπαιρνε αγγαλιά του και είχε και ένα μακρή ξήλο έτοιμο να μην μας ορμήξει. Και τα άλλα παιδιά όμως τα πρόσεχε. Όχι μόνο εμένα.  Σε ένα κοντινό χωριό το Εβέρεον ήταν ένας Τσιφλικάς, πλούσιος φαρμαδώρος. Οι γονείς μου δούλευαν στο αγρόκτημα του, και αυτός τους πλήρωνε. Τους έδεινε και σπίτι να μείνουν, αφού ήταν  μακρυά άπο το χωριό μας, και δουλεύανε εκεί για πολλή χρόνο.  Μιά μέρα 2 τσεντερμάδες ήρθαν στο Εβέρεον. Αμέσως πήγαν στον πατέρα μου και τον είπαν στα Τουρκικά … «Δεν υπηρέτησες στρατό!»  Αμέσως τον πήραν τον πατέρα μου πάνω στα άλογα τυυς και έφυγαν.  Μώλις το έμαθε ο Τσιφλικάς, πήρε το άλογο του και πήγε στο χωράφι να τους βρεί. Πρώτα όμως πήγε στο χωριό μας και πήρε μαζί του τον Πάτερ του χωριού, και έναν άλλον συγγενό μας, τον Τελί-Χατζί.  Οι τρείς πήγαν και βρήκαν τους τσεντερμάδες, και τους ρώτησαν γιατί τον έκλεψαν τον πατέρα μου και τι μπορούν να κάνουν να τον ελευθερώσουν.  Οι τσεντερμάδες ζήτησαν για 3 λίρες. Ο Τσιφλικάς τους πλήρωσε και ο πατέρας μου γύρισε σπίτι.        Άλλη φωρά όμως, ο πατέρας μου δεν είχε τέτοια τύχη. Τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον έστειλαν στα Τάγματα Εργασίας. (Αμελέ Ταμπουρού).  Όλλοι ήξεραν ότι στα Τάγματα αυτά, κανένας δεν γλύτωνε. Μόνο οι Έλληνες έπρεπε να τα κάνουν. Η δουλειά ήταν πολλή δύσκολη και πολλοί λίγοι γλύτωναν. Πολλοί πέθαιναν. Οι εργαστές σε αυτά τα Τάγματα έπρεπε να σκάβουν και να σπάνε πέτρες κάπου μεσογειακά στην Μικρά Ασία χωρίς φαγητό και λίγο νερό. Ήταν δηλαδή Ταγματα θανάτου.  Ένα βράδυ, ο πατέρας μου αποφάσισε να φύγει άπο τα Τάγματα. Όταν όλλοι κοιμήθηκαν, ο πατέρας μου έφυγε με το τροχάδι για να γυρίσει σπίτι.. Έτρεχε για μέρες. Μιά βραδιά όμως, τον έπιασαν 2 τσεντερμάδες. Αμέσως τον έβαλαν όπλο στο κεφάλι και ήταν έτοιμοι να τον σκοτώσουν. Το είδε ένας Λαζός και τους πλησίασε τους τσεντερμάδες και τους ρώτησε γιατί θα τον σκοτώσουν τον πατέρα μου.  Οι τσεντερμάδες είπαν ότι ήταν Αρμένιος και γι’αυτό θα τον σκοτώσουν. Αυτό είχε γίνει την εποχή που οι Τούρκοι έσφαζαν όλλους τους Αρμένιους.  Ο Λαζός τους είπε ότι ο πατέρας μου ήταν Έλληνας και όχι Αρμένιος. Αυτοί δεν τον πίστεψαν.  Ο Λαζός είπε ότι μπορεί να τους δείξει ότι ο πατέρας μου μάλλον ήταν Έλληνας και όχι Αρμένιος.  Ο Λαζός είπε τον πατέρα μου να πεί το Πάτερ Ημόν αλλιώς θα τον σκοτώσουν. Αμέσως ο πατέρας μου το είπε. Είπε και μερικές άλλες  ψαλμωδίες που έλεγε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Οι τσεντερμάδες τον κοίταξαν καλά, και αποφάσισαν να τον αφήσουν ελεύθερο. Άπο εκείνη την ημέρα οι τσεντερμάδες περνούσαν άπο το χωριό μας ψάχνοντας τον πατέρα μου.  Για να τους αποφύγει, ο πατέρας μου έκρυβε. Δεν ήθελε να πεθάνει στα Τάγματα Εργασίας.  Για ένα χρονικό διάστημα έκρυβε στο ταβάνι του σπιτιού μας για 6 ολόκληρες μήνες για να μην τον ποιάσουν οι Τούρκοι.  Η μάνα μου τον έδεινε φαγητό και νερό, και τον δίναμε κλωστί και μας έπλεκε κάλτσες και φανέλλες. Μόνο έτσι μπορούσε να τους αποφύγει.  Ήμουν 5 ή 6 όταν θυμάμαι άρχισαν οι φασαρίες στην επαρχία μας και τα γειτονικά χωριά. Και πρωτού άπο αυτό, οι Τούρκοι πολλές φωρές μας πλησίαζαν άλλα εμείς αποφεύγαμε τις φασαρίες και φεύγαμε στα γειτωνικά χωριά.   Άλλα αυτή τη φωρά ήταν διαφορετικά. Ο πατέρας μου ο οποίος δούλεβε σε ένα Τουρκικό χωριό κοντά στην Έρπα, έμαθε ότι άρχισαν να σφάζουν όλλους τους Έλληνες. Έμαθε ότι ένας στρατιώτης που λεγόταν ‘Τοπάλ Οσμάν’ περικύκλωσε ολόκληρη την Έρπαα και άρχισε να σφάζει όλλους τους Έλληνες. Οι μόνοι που απόφευγαν τις σφαγές ήταν Τούρκοι. Μικρούς και μεγάλους όλλους τους έσφαζε.  Μώλις το χωριό μας άκουσε τα νέα, όλλοι φωβήθηκαν. Το μόνο που  μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να φύγουμε στα γειτονικά βουνά. Αποφασίσαμε  όλλοι να φύγουμε στο βουνό το Γιαγλετσούκ.  Όλλοι φύγαμε στα γρήγορα. Μερικοί δεν είχαν ώρα να πάρουν πολλά ρούχα μαζί τους. Δεν ήξεραν εκείνη τι στιγμή ότι θα λείπουν για πολλή καιρό.    Στο βουνό καθήσαμε για δυό-μιση χρόνια γιατί μας κινηγούσε ο Τούρκος. Σκάβαμε τρύπες στο χώμα και τα κάμναμε μικρά σπιτάκια.  Τα βράδυα κοιμώμασταν στις τρύπες αυτές για να μην μας ποιάσουν οι Τούρκοι άλλα και να μην κρυώσουμε.  Στα πλάγια βάζαμε πέτρες  σαν τοίχους. Άπο πάνω τα σκεπάζαμε με ξύλα και άπο πάνω  άπ’τα ξύλα βάζαμε χώμα για να μην περάσει νερό μέσα.  Το χιόνι κάθε χειμώνα ήταν το πιό δύσκολο για όλλους μας και ειδικά για τα μωρά, τις γυναίκες και τους γέρους.  Τα βράδυα ανάβαμε φωτιές στα μικρά σπιτάκια μας για να ζεσταθούμε. Ήταν πολλή δύσκολα τα πράγαματυα άλλα δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς.  Αυτοί που δεν έφεραν μαζί τους πολλά ρούχα υπόφεραν το περισσότερο. Κάμναμε ότι μπορούσαμε όλλοι να τους βοηθήσουμε,  άλλα πέθαιναν πολλοί άπ’το κρύο κάθε μέρα.  Πολλοί πέθαιναν και άπο πέινα και αρρώστιες, ειδικά οι γέροι και τα μικρά παιδιά.  Τα βράδυα οι άντρες πίγαιναν στα γειτονικά μέροι να βρούν τρώφημο. Έποιαναν ζώα και τα έφερναν πίσω και τρώγαμε όλλοι.  Δεν είχαμε και νερό. Μία μέρα θυμάμαι είδα έναν άνθρωπο   να πείνει τα ούρα του άπο  τη δείψα. Ο καθένας έκαμνε ότι μπορούσε για να αντέξει.   To μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι άντρες μας ήταν να οπληθούν. Πολλές φωρές ο Τουρκικός στρατός προσπθούσε να μας πλησιάσει επάνω στο βουνό. Ήθελαν να μας σκωτώσουν. Αύτο ήθελαν να κάνουν. Άλλα οι αντάρτες  μας πρωστάτευαν. Έκαμναν ότι μπορούσαν και με όλλη τη δύναμη τους να προσέχουν τα γυναικόπαιδα πρώτα, άλλα και ολόκληρη την παρέα.  Ο αρχηγός των ανταρτών στο βουνό μας ήταν ο Γοτσά Ναστάς. Ήταν συγγενός μας. Πολλές φωρές ερχόταν στο χωριό μας για να δεί τον πατέρα μου. Αν δεν ήταν ο πατέρας μου σπίτι, η μητέρα μου τον έλεγε να έρθει μέσα άλλα αυτός δεν ερχόταν. Τον ονόμασαν όλλοι Γοτσά Ναστας. Γοτσά γιατί ήταν ψηλός, και Ναστάς άπο το Παπαδόπουλος.  Ήταν  μεγαλώσομος  άνθρωπος και είχε μία πολλή γερή φωνή. Όταν έδεινε διαταγές όλλοι άκουγαν. Όταν οι Τούρκοι πρωσπαθούσαν να μπούν στο βουνό επάνω για να μας πλησιάσουν, στέλναμε σήματα στον Γοτσά Ναστάς και τους αντάρτες, και αμέσως έρχονταν να μας βοηθήσουν. Πολλές φωρές μας πυροβωλούσαν οι Τούρκοι και οι αντάρτες τους πυροβωλούσαν. Άλλα πάντα οι αντάρτες έβρησκαν τρόπο να μας προσέχουν. Ήμασταν πάνω ψηλά στο βουνό, τα δέντρα ήταν πυκνά και ήταν δύσκολα να μας χτυπήσουν. Ήταν και οι αντάρτες καλά οργανωμένοι. Πρωσπαθούσαν γερά να μην μας αγγίξουν. Μερικές φωρές οι Τούρκοι μας πυροβωλούσαν άλλα ο Γοτσά Ναστάς περίμενε για την πιό σωστή ώρα να τους πυρωβωλήσει πίσω. Ο καιρός περνούσε και ο Γοτσά Ναστάς είχε γίνει περίφημος. Όλλοι οι Τούρκοι ήξεραν για τον Γοτσά Ναστας και όλλοι ήθελαν να τον σκωτόσουν. Οι Τουρκοι έστελναν τους μεγαλύτερους και ικανούς στρατιώτες να τον νικήσουν άλλα δεν μπορούσαν.    Γύρω στης 1923, είχαμε μάθει ότι θα γίνει ανταλλαγή πληθυσμού μεταξή την Ελλάδα και την Τουρκία. Τα δύσκολα χρόνια πάνω στο βουνό είχαν έρθει στο τέλος. Αυτοί που οπληστήκανε όμως, ακόμα τους κυνιγούσε ο Τουρκικός στρατός.  Πολλοί αντάρτες έφυγαν κρυφά στην Ρωσσία με καϊκια. Οι Τούρκοι δεν τους ένοιαζε ότι αυτοί οι αντάρτες οπληστήκαν μόνο για να μας πρωστατέψουν. Ο Γοτσά Ναστάς πίγενε  άπο ένα σπίτι στο άλλο για να αποφύγει τον Τουρκικό στρατό. Δεν καθόταν σε ένα μέρος για πολλή καιρό γιατί ήξερε ότι οι Τούρκοι τον έψαχναν.  Μερικές φωρές οι Τούρκοι έστελναν αγγελιοφώροι που τον έλεγαν ότι ήμαστε τώρα φοίλοι για να τον γελάσουν. Άλλα ο Γοτσά Ναστάς δεν τους πίστευε.Τον έλεγαν ότι δεν θα τον πειράξουν. Ένα βράδυ ο Γοτσά Ναστάς ήταν σε ένα σπίτι ενός φίλου. Βγήκε έξω να πάει στη τουαλέτα. Ήταν πολλή σκοτάδι. Δεν ήξερε ότι έξω έκρυβε μία ομάδα Τούρκων. Περίμεναν να βγεί και άρχισαν να τον πυροβολήσουν. Έτσι σκωτώθηκε ο Γοτσά Ναστάς. Την επόμενη μέρα θυμάμαι πως άκουσα πολλή θόρυβο έξω στην πόλη. Πήγα να δω τι γινόταν. Είδα πολλής κόσμος γύρω σε μία τηλεγραφική πόστα. Αφού ήμουν μικρός, μπήκα στο πλήθος και πίγα μπρωστά να δώ καλύτερα τι γινόταν. Όταν έφτασα μπρωστά είδα τον Θείο μου κρεμαγμένο άπο το λαιμό στην  πόστα. Δεν πίστεψα τα μάτια μου. Είχαν βγάλει το πουκάμισό του και μέτρησα  7 πυροβωλήματτα  στο στήθος του. Οι Τούρκοι όλλοι φώναζαν, τον έφτυναν.και τον χρυπούσαν. Μετά τον πήγαν άπο ένα χωριό στο άλλο φωνάζωντας  «Ποιάσαμε τον Πατέρα τον Ποντίων».     Μας είπανε ότι πρέπει να φύγουμε άπο την Τουρκία. Άπο το κράτος που γεννηθήκαμε, το έδαφος που για εμάς ήταν η μάνα γη. Η πρώτη σταδιοδρομία ήταν στο Τσαμπολαάτ που καθήσαμε για μία εβδομάδα. Μετά πήγαμε στο Τοκάτ που ήταν 10 ώρες μακριά με το πόδι.  Οι περισσότεροι περπατούσαν ενώ είχαμε μαζί μας άλογα και καραβάνια. Για τα καραβάνια έπρεπε να πληρώσουμε Τούρκους για να μας πάνε.  Άπο το Τοκάτ αρχίσαμε για τη μακρινή Σαμψούντα που ήταν 2-3 μέρες μακριά. Δεν ήταν μόνο κακό που αφήναμε πίσω τα σπίτια μας, τις εκκλισίες μας και τα καταστήματά μας, άλλα μας έπαιρναν λεφτά για το ταξίδι. Οι δρόμοι δεν ήταν και ασφαλείς. Θυμάμαι σε ένα δρόμο ένας Τούρκος πλησίασε μία γυναίκα που φωρούσε  καινούρια παππούτσια. Την έκανε να τα τα βγάλει και της τα πείρε. Αυτός της πέταξε τα δικά του τα παλαιά τρυπωμέννα παππούτσια. Μας διαφθείρονταν κιόλας. . Όταν φτάσαμε στην Σαμψούντα, η μάνα μου γέννησε το δωδέκατο μωρό της. Βλέπαμε Τούρκους στους δρόμους που κυνηγούσαν Πόντιους και τους χτυπούσαν. Το μωρό αρρώστησε και δεν ξέραμε τι θα γίνει. Ρωτήσαμε κάπιων να το βαφτήσει. Μετά λίγη ώρα όμως το μωρό πέθανε.       Την τελευταία φωρά που είδαμε τον αδελφό του πατέρα μου, τον Νίκο, ήταν στην Σαμψούντα.  Δεν ξέρουμε τι έγινε και αν ανέβηκε στο πλοίο μαζί μας. Μέχρι σήμερα δεν ξέρουμε αν έζησε  και αν πρόλαβε να φύγει άπο την Σαμψούντα.  Πιστεύουμαι ότι οι Τούρκοι τον σκώτωσαν στην Σαμψούντα.  Ανεβήκαμε σε πλοίο που μας πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Πάλη πληρώσαμε Τούρκους γι’αύτο.  Ποιός ξέρει τι έγιναν αυτοί που δεν είχαν λεφτά για το ταξίδι. Όταν φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη μας έβαλαν σε στρατώνα. Δεν μας άφηναν να φύγουμε άπο αυτό το μέρος.  Ο Ερυθρός Σταυρός μας έδεινε μπισκώτα να φάμε. Ήμασταν όλλοι πειναζμένοι και πολλή κουρασμένοι. Μας έδειναν και ένα είδος αλέβρη που είχε σαν ζάχαρι μέσα. Το ανακατεύαμε με νερό και τρώγαμε. Πολλές φωρές φαντάζωμαι πόσσοι θα πέθαιναν αν δεν ήταν ο Ερυθρός Σταυρός κοντά μας στην Κωνσταντινούπολη.  Οι νοσοκόμες έδειναν τα μωρά εννέσις για να μην αρρωστήσουν άλλα κάθε μέρα 50-100 άνθρωποι παίθαιναν μπρωστά μας. Ένα πράγμα έχει μείνει μαζί μου μέχρι σήμερα. Περιμένωντας για τρωφή, σε μία μεγάλη γραμμή, θυμάμαι ένας άνθρωπος που είχε 2 τσουβάλια και μας έδεινε τρωφή. Ακόμα θυμάμαι τα χέρια μου που τα είχα φουχτώσει και τον πλησίασα. Ακόμα θυμάμαι το αλέβρη και και πως χτύπησε το δέρμα μου. Αυτό ποτέ δεν θα το ξεχάσω. Μας έβαλαν πάλη σε πλοίο και μας πήγαν στη Θεσσαλονίκη. Δεν ξέραμε που μας πήγαιναν. Ότι μας έλεγαν το κάμναμε. Στη Θεσσαλονίκη, στρατιώτες μας έβαλαν σε τραίνα. Περάσαμε άπο τη Βέροια που θυμάμαι τότες ήταν γεμάτο κουνούπια. Σήμερα είναι μία μεγάλη πώλη.  Άπο τη Βέροια μας φώρτωσαν σε στρατιωτικά αμάξια και μας πήγανε στη Κοζάνι. Σε ένα μέρος που λεγόταν Αμύντεο, θυμάμαι η αδελφή μου η Σταυρούλα πέθανε. Ήταν 12 χρονόν. Εγώ ήμουν 8. Τελικά φτάσαμε στην Πλαζώμιστα. Πριν την ανταλλαγή πλυθησμού, η Πλαζώμιστα ήταν Μουσουλμανικό χωριό.  Οι Μουσουλμάνοι όμως πήγαν στην Τουρκία ανάλογαμε τη Συνθήκη της Λωζάνης. Το χωριό αργότερα το ονομάσαμε Σταυροδρόμι.  Το κράτος μας έδωσε 2 πρώβαττα. Τα πρώβατα ήταν των Μουσουλμάνων. Η μάνα μου άντεξε μόνο 3 μήνες πριν πεθάνει. Η κούραση επάνω στο βουνό και το ταξίδι την τελείωσε. Είχε χάσει και 11 μωρά.  Ο πατέρας μου πέθανε το 1930, 7 χρόνια αργότερα σε ηλικία 48 χρονόν. 

Advertisements