xino.jpgxino1.jpgxino2.jpgΓράφει η Αντίκλεια Ξυγαλά – Τσαρτσίδου, ανεψιά του ηθοποιού 

Ο Ανέστης Ξυνόπουλος, γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1900 στη Σάντα του Πόντου,στο χωριό Πιστοφάντων. Πατέρας του ήταν ο Παναγιώτης Ξυνόπουλος και μητέρα του η Μαρία Εφραιμίδου. Παντρεύτηκε την Κλεοπάτρα Πουμπουρίδου του Πέτρου που γεννήθηκε το 1907.Αποκτήσανε μαζί τρία παιδιά, τον Παναγιώτη, τον Αλμπέρτο και την Εριέττα.

Ο Ανέστης, είχε πέντε αδερφούς και μία αδερφή.

Σε μικρή ηλικία, έχασε τον πατέρα του και η οικογένειά του μετακόμισε στο Σοχούμι της Απχαζίας στην τότε Ρωσία.

Το 1918 τελείωσε το Ελληνικό Γυμνάσιο στο Σοχούμι και από τα τέλη του 1920, άρχισε να παίρνει μέρος στο μόλις ιδρυμένο Ελληνικό Θέατρο στο Σοχούμι.

Έπαιζε τους κύριους ρόλους στις θεατρικές παραστάσεις, όπως τον Οιδίποδα στον ¨Βασιλιά Οιδίποδα», τον Χουλιάρα στο «Της Τρίχας το γεφύρι» τον Λαζάραγα στο ομώνυμο έργο, τον διευθυντή της Αστυνομίας στο «Δύο Ορφανές» κ.α.

Το 1930, φοιτά στο Πανεπιστήμιο Πλεξάνοφ της Μόσχας και το 1932, γίνεται ο γάμος του με την Κλεοπάτρα.

Το πραγματικό επίθετο της οικογένειας της γυναίκας του ήταν Τριανταφυλλίδη, αλλά για να ξεχωρίζουν από συνεπώνυμους, τους δίνανε παρατσούκλια.

Οι Πουμπουράντ, από το «Πούμπουρον» που είναι το σκαθάρι, πήραν αυτό το παρατσούκλι, επειδή είχαν πολλά παιδιά και το σπίτι τους … βούιζε συνέχεια.

Έτσι, το παρατσούκλι, έγινε το επώνυμο της οικογένειας που καταγόταν από το χωριό Ζουρναζάντων της Σάντας.

 Η Κλεοπάτρα, είχε άλλους τέσσερις αδερφούς και δύο αδερφές. Επι Τσαρικής Ρωσίας, ο πατέρας της ήταν εργοστασιάρχης και έδωσε στα παιδιά του, ανωτέρου επιπέδου μόρφωση και παιδεία.

Μετά την Επανάσταση του 17-18, όλα χάθηκαν. Αλλά όπως λέει και η παροιμία «Τι μουσική παίζει; Τέτοιος είναι και ο χορός!»

 Το 1933, ο Ανέστης και η Κλεοπάτρα, απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, τον Παναγιώτη.

Το 1934, με νόμο, αποκλείουν και διώχνουν τους αλλοδαπούς φοιτητές από τα Πανεπιστήμια και μεταξύ αυτών και τον Ανέστη Ξυνόπουλο, που είχε Ελληνική υπηκοότητα.

Έτσι ο Ξυνόπουλος, επιστρέφει στη μεγάλη του αγάπη, στο θέατρο, όπου στο Σοχούμι, κάνει την πρώτη του μεγάλη επιτυχία με τον Οιδίποδα.

 Το 1936, ήθελαν να δώσουν στον Ξυνόπουλο, τον τιμητικό τίτλο «Διακεκριμένος ηθοποιός της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γεωργίας» για τις 16 παραστάσεις που είχε ανεβάσει.

Όμως, για να πάρει τον τίτλο, του ζήτησαν να αλλάξει την υπηκοότητά του από Ελληνική σε Σοβιετική, κάτι που αρνήθηκε ο Ξυνόπουλος.

Τον τίτλο, του τον έδωσε αργότερα ο λαός, επιβραβεύοντας την ερμηνεία του στο έργο «Της Τρίχας το γεφύρι» στον ρόλο του Χουλιαρά, που μετά τον φώναζαν με αυτό το όνομα.

Το 1938, κλείνουν το Ελληνικό Θέατρο στο Σοχούμι και οι περισσότεροι φίλοι του, Έλληνες υπήκοοι, φεύγουν στην Ελλάδα.

Ο Ανέστης δεν μπορούσε να φύγει, γιατί η γυναίκα του είχε Σοβιετικό διαβατήριο και αυτό ήταν απαγορευτικό. Όμως δεν το έβαλε κάτω και άρχισε να τρέχει για την αλλαγή της υπηκοότητας της Κλεοπάτρας και έφτασε μέχρι τον τότε υπουργό Καλίνιν, ο οποίος και υπέγραψε την αίτησή του. Έτσι, η Κλεοπάτρα πήρα την Ελληνική υπηκοότητα και πήραν την άδεια για να φύγουν στην Ελλάδα, με όλους τους κινδύνους που υπήρχαν γι αυτό, εκείνα τα χρόνια. Όμως, ο Σαντέτες ο Ξυνόπουλος, είχε μυαλό και τα κατάφερε.

Ο Ξυνόπουλος, είχε και ένα ορφανό ανεψιό που τον μεγάλωνε μαζί με τη γυναίκα του, τον Γιαννάκη. Το 1939, τον έστειλε στην Ελλάδα με πλοίο και μαζί και κάποια πράματα (οικοσκευή), γιατί ήλπιζε ότι θα πήγαινε και αυτός αργότερα τα υπόλοιπα. Όμως άρχισε ο πόλεμος και από το 1940, σταμάτησαν να έρχονται Ελληνικά πλοία στην Οδυσσό, με αποτέλεσμα και ο Ανέστης να μείνει εκεί.

Στις 13 Ιουνίου του 1949, άρχισε η εξορία των Ελληνοποντίων από τα παράλια του Πόντου στο Καζακστάν. Αφορούσε, τόσο τις αμιγείς οικογένειες Ελληνοποντίων, όσο και τις μικτές με σοβιετικούς. Όλοι, με τη βία υπογράφανε ότι «δεν θα φύγουν για 20 χρόνια από το Καζακστάν» και έτσι υπέγραψε και ο Ανέστης.

Μεγάλωσε κοντά στη θάλασσα και του ήταν πολύ δύσκολο να ζήσει μακριά της. Παραπονιόταν στην γυναίκα του «Πως μπορώ να ζήσω μακριά από τη θάλασσα 20 χρόνια;» Και από εκεί, δεν ξεχνούσε την Ελλάδα και έλεγε: «Τουλάχιστον να την έβλεπα στον ύπνο μου…»

Όταν είχαν κάποια γιορτούλα στο σπίτι, πάντα η πρώτη πρόποση της Κλεοπάτρας ήταν με τον Εθνικό Ύμνο: «Σε γνωρίζω από την κόψη…» και τελείωνε με τα λόγια: «Άμποτε σην Ελλάδαν…»

Στην εξορία ζούσε στην πόλη Τσιμκέντ, που ήταν μεγάλη με πολλά εργοστάσια και πολυπολιτισμική, καθώς υπήρχαν άνθρωποι από πολλά έθνη.

Και εκεί, στα βάθη της Ασίας, οι Ξυνοπουλαίοι έβαλαν στόχο την αναγέννηση της κουλτούρας, των εθίμων και της γλώσσας.

Οργάνωσαν όμιλο εκμάθησης της Ελληνικής γλώσσας και τα μαθήματα γινόταν τρεις φορές την εβδομάδα, δωρεάν.

 Όμως, μετά από ένα χρόνο η τοπική αρχή, απαγόρευσε τη λειτουργία του ομίλου.

Και πάλι ο Ξυνόπουλος δεν το έβαλε κάτω. Με τους πιστούς του φίλους και τους πνευματικούς ομοϊδεάτες του, έκαναν μεγάλες προσπάθειες και απαιτούσαν άδεια από την τοπική αυτοδιοίκηση και το κράτος, για την αναδημιουργία της εθνικής κουλτούρας.

Οι διανοούμενοι του Τσιμκέντ, όπως ο Ξυνόπουλος, ο Πατρακτάρης, ο Σημαιοφορίδης, ο Μαζμανίδης κ.α. μεσολάβησαν και δημιούργησαν την ομάδα «Ελληνικό Δράμα» και πήραν και την άδεια.

Θυμήθηκαν και ξαναζωντάνεψαν τα κοστούμια για το θέατρο, τη μουσική, τη χορογραφία, τα τραγούδια και ενώθηκαν και οι ηθοποιοί των πρώην θεάτρων που υπήρχαν στο Βατούμ και το Σοχούμι και έκαναν μία πολύ καλή θεατρική ομάδα, που ανέβαζε το ηθικό και την ψυχή των Ελληνοποντίων σε εκείνα τα μακρινά και έρημα μέρη.

Γιατί έρημα; Διότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν σκορπισμένοι παντού. Σε κολχόζ, σοσχόζ, στα χωριά, σε ερήμους και στέπες και εκεί, με υπομονή, ιδρωκάματα και δυσκολίες, έκτισαν, φύτεψαν, δούλεψαν και έμαθαν. Με δυό κουβέντες, επέζησαν και επεβίωσαν χωρίς να ντρέπεται γι αυτό το Έθνος.

Από το Βατούμ, οι εξορισθέντες ηθοποιοί ήταν: Πάτροκλος Αποστολίδης, Παύλος Γραμματικόπουλος (ο Σίπον), τα αδέρφια Α. και Χ. Κτενίδη, ο Θ. Κεσσανίδης, ο Χ. Τσακουρίδης, ο Μ. Θεοφανίδης, ο Α.  Μούτας κ.α.

Από το «θέατρο τη Σοχουμί», ήταν ο Ξυνόπουλος, ο Γεώργιος Καντσάς, η Όλγα Ιωσηφίδου – Καντσά, ο Π. Κωφίδης, ο Χρήστος Παπαδόπουλος κ.α.

Στην Ελληνική γλώσσα και την Ποντιακή διάλεκτο, έπαιξαν τα ακόλουθα έργα:

«Τη Τρίχας το γεφύρι», «Ο Λαζάραγας», «Η λύρα του γερό Νικόλα» και όπου κι αν έδιναν παράσταση, τα θέατρα ήταν παραγεμάτα. Ακόμη και ο Διευθυντής Θεάτρου του Τσιμκέντ, είχε δηλώσει: Το θέατρό μας, ποτέ δεν είδε τόσο μεγάλο θρίαμβο!»

Μετά, ακολούθησε μία παράσταση στην πόλη Κεντάου, που απείχε 280 χιλιόμετρα από το Τσιμκέντ, και ήταν μία πόλη που έχτισαν και ζούσαν Ελληνοπόντιοι. Εκεί, κάτι έγινε και συνέλαβαν όλο το θίασο και διαλύθηκε το θέατρο και η θεατρική ομάδα.

Η ελπίδα για να φύγει στην Ελλάδα χάθηκε και ο Ξυνόπουλος σκέφτεται να επιστρέψει στον Καύκασο, στο Σοχούμι. (Ο μεγάλος γιός του και η κόρη του ήταν ήδη παντρεμένοι στο Τσιμκεντ.)

Έτσι, το 1970, πούλησε το σπίτι του και όλη η οικογένεια εκτός από την κόρη, επιστρέφει στο Σοχούμι.

Η κόρη του η Εριέττα, δίδασκε μουσική και ο άντρας της Παναγιώτης Ζελίδης, ήταν στοματολόγος και στο Τσιμκέντ, μεγάλωναν δύο παιδιά.

Ο Ανέστης Ξυνόπουλος που αγαπούσε την κόρη και τα εγγόνια του, πήγαινε συχνά μετά από το Σοχούμι στο Τσιμκέντ για να τους δει.

Το τελευταίο του ταξίδι, το έκανε το 1976.

Κάθε φορά που πήγαινε στο Τσιμκέντ, πήγαινε να δει και τον ξάδερφό του Ανέστη Ξυγαλά και του άρεσε να συζητά με την ανεψιά του, την Αντίκλη. (εμένα)

Η μαμά μου η Ειρήνη, ήξερε ότι ο Ξυνόπουλος αγαπούσε το ποντιακό χαβίτς και κάθε φορά που ερχόταν, του μαγείρευε. Μέχρι να συζητήσει μαζί μου, η μητέρα μου του ετοίμαζε και του φώναζε: «Έλα αφέντη, φα! Εποίκα το χαβίτς!»

Εκείνη τη φορά, το 1976, ήταν η τελευταία. Όταν έφυγε από το σπίτι μας, μετά από δύο μέρες ακούστηκε ο θάνατός του. Πέθανε μέσα στο μπάνιο της κόρης του, στις 23 Φεβρουαρίου.

Η κόρη του, ήξερε ότι ο πατέρας του δεν θα ήθελε να ταφεί στο Καζακστάν και με αεροπλάνο τον μετέφεραν στο Σοχούμι και ενταφιάστηκε στα μνήματα του χωριού Μιχαϊλοφσκα ή Κούμα, δίπλα στον τάφο του δεύτερου γιού του που πέθανε πολύ νέος.

Η γυναίκα του Κλεοπάτρα, πέθανε το 1995 στην Ελλάδα, στο χωριό Εύμοιρο της Ξάνθης. Τουλάχιστον αυτή πρόλαβε να δεί την Ελλάδα.

Πρόσφατα, πέθανε και ο άλλος τους γιός, ο Παναγιώτης.

  Οι παραστάσεις που έπαιξαν «Τα τριάντα τη Χρονίας» «Βασιλιάς Οιδίποδας», «Γαλάτες», «Η πεθερά και η νύφη», «Κασσιανή», «Ο εραστής της βοσκοπούλας», «Ο Λαζάραγας», «Το καταστραμμένο σπίτι», «Πίσω από την πλευρά της ζωής», «Το σκουλίκι», «Αθανάσιος Διάκος», «Παντριά δίχως θέληση», «Το σπόρι», «Ο Θανάσης και η Αργυρώ», «Η λύρα του γερο Νικόλα», «Νίκη», «Η ανησυχία» κ.α. 

Στην πρώτη φωτογραφία, ο Ανέστης Ξυνόπουλος και η γυναίκα του Κλεοπάτρα

Στη δεύτερη φωτογραφία, προπολεμική παράσταση στο Σοχούμι, με το έργο “Τη Τρίχας το Γεφύρι” και τον Ξυνόπουλο ανάσκελα στον ρόλο του  ”Χουλιάρα” 

Στην τρίτη φωτογραφία η προπολεμική διαφήμιση του έργου “Τη Τρίχας το Γεφύρι” σε εφημερίδα στο Σοχούμι.   

Advertisements